λούζω


λούζω
[лузо] р. купать, мыть волосы.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λούζω" в других словарях:

  • λούζω — λούζω, έλουσα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • λούζω — και λούω και λούνω (AM λούω, Α και λοέω και λόω και λουέω, Μ και λούζω και λούγω και λούνω) 1. πλένω το σώμα ή μέρος τού σώματος, κυρίως το κεφάλι, κάποιου (α. «το καλοκαίρι λούζομαι σχεδόν κάθε μέρα» β. «αὐτόχειρ ὑμᾱς ἐγὼ ἔλουσα κἀκόσμησα», Σοφ …   Dictionary of Greek

  • λούζω — έλουσα, λούστηκα, λουσμένος 1. καθαρίζω με νερό το σώμα ή μέρη του: Το μωρό κλαίει κάθε φορά που το λούζω. 2. το μέσ., λούζομαι πλένω το κεφάλι μου ή κάνω λουτρό. 3. βρίζω, επιπλήττω αυστηρά: Με έλουσε με τα χειρότερα λόγια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θερμολούζω — λούζω κάποιον με θερμό νερό …   Dictionary of Greek

  • καλολούζω — λούζω κάποιον καλά, έτσι ώστε να καθαρίσει τελείως …   Dictionary of Greek

  • άλουστος — και ανάλουστος, η, ο 1. αυτός που δεν λούστηκε στο κεφάλι 2. που δεν πλύθηκε στο πρόσωπο ή και σε όλο το σώμα, άνιφτος, άπλυτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + λούζω ( ομαι). Ο τ. ανάλουστος < ανα στερητ. + λούζω ( ομαι)] …   Dictionary of Greek

  • αιματολουσία — η λουτρό αίματος, μεγάλη αιματοχυσία. [ΕΤΥΜΟΛ. < αίμα, ατος + λούζω] …   Dictionary of Greek

  • αιματόλουστος — η ο λουσμένος, βουτηγμένος στο αίμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αίμα, ατος + λούζω] …   Dictionary of Greek

  • αλλούβια — τα (Γεωλ.) υλικά τα οποία αποθέτονται από ποταμούς. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στα Ελληνικά ξεν. όρου, πρβλ. μτγν. λατ. alluvia, πληθ. τού alluvium, ουδ. τού alluvius «αλλουβιακός» < λατ. alluo «κατακλύζω, πλημμυρίζω» < λατ. προθ. ad «προς» + luo… …   Dictionary of Greek

  • ανάλουστος — η, ο ο άλουστος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * στερ. + λούζω] …   Dictionary of Greek